Η καψούλα

Όσο γερνούμε, μιλούμε πιο λλίο. Σταματούμε να μεταφράζουμε τζείνο που φωλιάζει μέσα μας, σε λέξεις, σε ήχους που φκάλλουν νόημα.

Σιωπούμε παραπάνω. Ο νους μας δουλέφκει το ίδιο, αλλά οργανώνουμε τζαι αποδομούμε τες καταστάσεις πιο συνετά.  Ίσως κομμάτι τούτης της σιωπής, να εν η ωρίμανση, το γήρας. Ίσως όσο μεγαλώνουμε να συμπυκνωνόμαστε. Που νεαρά, έντονα πλάσματα, που φωνάζουν, διεκδικούν τζαι ρωτούν, μεταμορφωνούμαστε σε γέρους που κάθουνται σε ρούχενες καρέκλες τζαι καρτερούν σιωπηλά να ξεκινήσουν τα νέα στην τηλεόραση.

Τζαι εγώ, όσο γερνώ, μιλώ πιο λλίο. Θωρώ πράματα γυρώ μου. Ακούω διάφορα, νιώθω πολλά. Λαλώ λλία.

Πολλές φορές, σκέφτουμαι κάτι, αλλά εν κάμνω προσπάθεια να του δώκω υπόσταση. Φυλάω το σε ένα αρμάρι μες τον εγκέφαλο μου για να το φκάλω μετά να το δουλέψω. Άλλες φορές περνά μέσα μου πολλά γλήορα, ένα συναίσθημα, όπως άμα σε πιάνννει το ρεύμα, τζαι ώσπου να το αποκρυπτογραφήσω, να το ερμηνεύσω, χάννετε.

Το στόμα μου μινήσκει ανοικτό, τζαι που μέσα εν φκαίννει τίποτε. Νιώθω ότι εν έσιει σημασία, ότι εν θα ακουστεί τζείνο που εννα πω. Σκέφτουμαι, «Ποιος σ’αρωτά ρε κουμπάρε, θώρε την δουλειά σου» τζαι γυρίζω που την άλλη.

Ποιος να με ακούσει; Όι απλά να αφήκει τες λέξεις να καταλήξουν στα αυτιά του. Να με ακούσει πραγματικά, να αφήκει τα λόγια μου να περάσουν μέσα του. Όπως το νερό μες στες πέτρες, να στάξουν σιγά, σιγά τζαι να γεμώσουν τες χωρισιές της σκέψης του.

Έτσι νιώθω όσο περνούν τα χρόνια. Ότι τα λόγια μου εν έχουν παραλήπτη. Ότι εν ανώφελο να μιλώ, ότι ο κόσμος εν αλλάσσει, ότι η γνώμη μου, εν ακόμα μια γνώμη σαν τες πολλές. Ανούσια, διάφανη, αδιάφορη. Νιώθω μια κρυφή απελπισία, ένα βολικό μούθκιασμα.

Έτσι αποφάσισα να γράφω τούτα τα γράμματα. Γράμματα με το πώς νιώθω, με το πώς θωρώ τον κόσμο, με ιστορίες τζαι καταστάσεις της εποχής. Δημιουργώ μια καψούλα του χρόνου, μια ασύγχρονη ομιλία. Μηνύματα προς την κόρη μου που τον νεαρό παπά της.

Ένα κουτί με σκέψεις, χρώματα τζαι κουβέντες, που εννα το ανοίξει μια μέρα τζαι εννα έσιει μια εικόνα του πως ήταν ο κόσμος του παπά της όσο εμεγάλωνε. Ίσως να απλώσει το σιερούι της τζαι να θκιαλέξει πέντε, δέκα πράματα που μένα τζαι να τα φυλάξει μέσα της.

Με τούτο τον τρόπο, άμα γεράσω τζαι συρρικνωθώ τζαι εγώ σε ένα γερούι, βαρετό τζαι άοσμο, εννα ξέρει ότι εν ήμουν πάντα έτσι. Απλά εκατέληξα έτσι επειδή εμούθκιασα τζαι άφηκα τον κόσμο να με ρουφήσει.

1 comment

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *